ευκύμαντος

εὐκύμαντος, -ον (ΑΜ)
1. αυτός που κυμαίνεται, που κυματίζει εύκολα
2. μτφ. αυτός που αναπηδά όπως το κύμα, ο βίαιος, ο ισχυρός («εὐκύμαντον εἰς θυμόν», Ευστ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κυμαντος (< κυμαίνω)
πρβλ. α-κύμαντος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐκύμαντον — εὐκύμαντος easily made to undulate masc/fem acc sg εὐκύμαντος easily made to undulate neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκυμάντῳ — εὐκύμαντος easily made to undulate masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκυμαντοτέρας — εὐκυμαντοτέρᾱς , εὐκύμαντος easily made to undulate fem acc comp pl εὐκυμαντοτέρᾱς , εὐκύμαντος easily made to undulate fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.